
Σε μια εποχή που είναι κάπου στο μέλλον αλλά μοιάζει και ανησυχητικά και με το παρόν, σε μια δυστοπική Αμερική, πενήντα νέοι κερδίζουν στη λοταρία την συμμετοχή τους σε έναν αγώνα δρόμου (γρήγορο βάδην). Και πρέπει, λέει, να είναι περήφανοι, αφού θα κάνουν περήφανη τη χώρα, (μεγάλη και πάλι;) θα τους παρακολουθεί όλη η Αμερική, θα εμπνεύσουν κόσμο…όλο αυτό το αμπαλάζ, σπουδαία υπόθεση η συμμετοχή, ψήνονται να πάρουν μέρος. Στην Μεγάλη Πορεία.
Οι κανόνες του παιχνιδιού ορίζουν ότι πρέπει να περπατάνε ασταμάτητα, χωρίς διακοπή και αν σταματήσουν για όποιον λόγο, έστω και λίγο να δέσουν τα κορδόνια ή να κάνουν την ανάγκη τους, οι στρατιώτες που παρακολουθούν – ναι τους ακολουθούν στρατιώτες με όπλα πάνω σε τανκς μαζί με τον αρχηγό/στρατηγό – δίνουν τρεις προειδοποιήσεις, στην τρίτη – μπαμ τους πυροβολούν – τους σκοτώνουν, τέρμα.
Νικητής όποιος καταφέρνει να περπατάει ακόμη – still walking όταν όλοι οι άλλοι θα έχουν πέσει,
καθώς δεν υπάρχει γραμμή τερματισμού – πας όσο σε πάνε τα πόδια σου. Το έπαθλο που τον περιμένει είναι πάρα πολλά χρήματα – και η πραγματοποίηση μιας ευχής του.
Η Μεγάλη Πορεία, The Long Walk είναι μια νουβέλα του Stephen King (και υπάρχουν πολλά που παραπέμπουν στο στιλ του μετρ) που είχε κυκλοφορήσει το 1979 ο King με το ψευδώνυμο του, ως Richard Bachman.

Φαντάζομαι ότι στον δρόμο, από τότε, πολλοί θα το σκέφτηκαν για ταινία (όλα του King είναι ταινίες – ακόμη και το On Writing) αλλά εγκατέλειψαν την προσπάθεια να την μεταφέρουν στην οθόνη – πώς θα δείχνεις ανθρώπους να περπατάνε για μιάμιση ώρα και θα κρατάς τους άλλους καρφωμένους στις θέσεις τους.
Εκεί είναι που πετυχαίνει ο Francis Lawrence στην μεταφορά του The Long Walk στην οθόνη, ανοίγοντας το βήμα του σε μια πολιτική αλληγορία. Που έχει ιδιαίτερο βάρος σήμερα, στις εφιαλτικές μέρες της Αμερικής του Τραμπ και των ολιγαρχών που πιάνουν πόστα στον κόσμο.
Με τους στρατιώτες και φρουρούς της πορείας – που έχει επιβάλλει τους κανόνες της – να σκοτώνουν αδίστακτα και εν ψυχρώ όσους πέφτουν κάτω ανήμποροι να συνεχίσουν. Από την άκρη του δρόμου, αραιά και πού εμφανίζονται ‘παρατηρητές’ απαθείς, ανέκφραστοι ντόπιοι, οικογένειες, ή μοναχικοί αγρότες να παρακολουθούν από απόσταση την αιματοβαμμένη πορεία. Είναι από τις πιο δυνατές εικόνες της ταινίας, καθώς τα μίλια ξεδιπλώνονται στην βαθιά Αμερική, σε ένα αλλόκοτο πουθενά, που μοιάζει ψεύτικο, αλλά είναι ανατριχιαστικά αληθινό.
Στον αντίποδα, αυτό που κρατάει την ‘ελπίδα’ όπως σε πολλά βιβλία του King και στην ταινία είναι η φιλία και η συντροφικότητα και οι σπίθες μιας επαναστατικής πράξης που θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο.
Στα plus του The Long Walk, το καστ – οι οδοιπόροι πρωταγωνιστές Cooper Hoffman (είναι ο γιος του Philip Seymour Hoffman/τον είχαμε δει και στο Licorice Pizza του Paul Thomas Anderson) και ο David Jonson αλλά και οι υπόλοιποι του δρόμου στους χαρακτήρες που έχει δώσει ο King στους ήρωές του. Δες το !







