
Αν αγαπάς τον Ε.Χ Γονατά θα τον αγαπήσεις κι άλλο, αν δεν τον ξέρεις, θα θες να τον γνωρίσεις, αν έχεις διαβάσει τον Ταξιδιώτη, την Κρύπτη, το Βάραθρο, τον Φιλόξενο καρδινάλιο, τις Τρεις δεκάρες … θα θες να τα ξαναδιαβάσεις (ίσως και να μπεις στο κλαμπ μας, όπου τα διαβάζουμε ξανά και ξανά).
Στο εξαιρετικό, μεστό, διεισδυτικό, πολύπλευρο, μα και απολαυστικό Ε. Χ. Γονατάς, Μικρές και παράξενες ιστορίες , η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου ανοίγει την πόρτα στον μαγικό κόσμο του «παραδοξογράφου» πεζογράφου/ ποιητή. Στην τέχνη του, την καθημερινότητα, τα αναγνώσματα και τις επιρροές του, τις λογοτεχνικές συναναστροφές. Στο φανταστικό, το ονειρικό, το αλλόκοτο που μπορεί να κρύβονται μέσα στο συνηθισμένο, σαν τον ήλιο που τρυπώνει στις παχιές φυλλωσιές της Κηφισιάς. Στην διαφορετική του γλώσσα του Γονατά στη λογοτεχνία.

Μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο:
από το κεφάλαιο: Στο τυπογραφείο του Αιμίλιου Καλιακάτσου
… Το πάθος του Γονατά για την τυπογραφική τέχνη ήταν παλιό, είχε κάτι που αποδίδω σε μια οντολογική αναζήτηση η οποία αφορούσε τις τυπωμένες λέξεις-
το πέρασμα από το χειρόγραφο στο βιβλίο χάρη στην τέχνη του Γουτεμβέργιου είχε γι’ αυτόν μια μαγεία στην οποία ήθελε να μυηθεί και να συμμετάσχει. Το πάθος αυτό το μοιραζόταν με τον Καχτίτση, ο οποίος είχε φτιάξει στο σπίτι του ένα μικρό τυπογραφείο- όπως είχε κάνει παλιότερα η Βιρτζίνια Γουλφ. Ήθελε να παρακολουθεί τον τρόπο που μεταμορφώνεται το απόσταγμα της ψυχής και του πνεύματος στην τυπωμένη σελίδα.
Όποιος έχει βρεθεί σε χώρο με τις κάσες των τυπογραφικών στοιχείων και του πιεστηρίου ίσως έχει αισθανθεί ότι εκεί συντελείται κάτι περισσότερο από την διαδικασία της εκτύπωσης , κάτι σαν κορύφωση μιας πράξης που ξεκινά από το άυλο, τους ήχους της προφορικής λαλιάς, για να δώσει σχήμα στα ψυχικά πράγματα. …
…Από το τυπογραφείο του Καλιακάτσου είχαν περάσει πολλοί συγγραφείς, παλιότεροι και νεότεροι:
ο Μανόλης Αναγνωστάκης, η Κική Δημουλά, ο Δ.Ν Μαρωνίτης, ο Νάσος Βαγενάς. Ο Γονατάς υπήρξε ο πιο πιστός. Με τα χρόνια σχηματίστηκε μια μικρή λογοτεχνική συντροφιά κυρίως από νεότερους που συγκεντρώνονταν τα Σάββατα και ο Γονατάς έγινε το κεντρικό πρόσωπο. Τι ήταν αυτό που τους γοήτευε ; Ο Γονατάς μιλούσε με διαφορετική γλώσσα για την λογοτεχνία.
Όποιος τον είχε διαβάσει και τον άκουγε καταλάβαινε ότι άλλα πράγματα παίζονται σ’ αυτή την λογοτεχνία. Ότι τα κείμενα δεν είναι προϊόντα μιας αχαλίνωτης φαντασίας που εξαπλούται και επιμηκύνεται σε σελίδες επί σελίδων, αλλά γεννήματα εντατικής παρατήρησης, σκέψης, αυστηρής επιλογής και άποψης για τα πράγματα της ζωής- ούτε απλώς φανταστικές ιστορίες, ούτε ονειρογραφήματα, αλλά μια απόπειρα να συλλάβει ο συγγραφέας τη ζωή στον ατέρμονο χρόνο της και να πει κάτι βασικό για τον άνθρωπο, για τους διχασμούς του, για την τόσο βασική όσο και λανθάνουσα πρόσμειξη πραγματικότητας, φαντασίας και ονείρου, που αποφασίζουν για τη ζωή του.
Οι νέοι αυτοί που μαζεύονταν τα μεσημέρια του Σαββάτου στη Στιγμή για να ακούσουν τον Γονατά έβλεπαν αυτό που δεν είχαν κατορθώσει να δουν οι συνομήλικοί του, το πάθος για τη ζωή και τον άνθρωπο, το πάθος για αλήθεια, χωρίς ίχνος αισθητισμού ή ελιτισμού, αλλά μόνο με το πάθος της κοπιώδους και εντατικής τιθάσευσης τςη γλώσσας, της απλότητας και της ειλικρίνειας.
Η μορφή του Γονατά, το σουλούπι του, το καλόγουστο αλλά ατημέλητο ντύσιμό του, το κύρτωμα της κορμοστασιάς του η αμεσότητα του λόγου του, ανέδιδαν την ίδια γλυκύτητα και πραότητα που είχε όταν στο περιβόλι χάιδευε και τάιζε τις γάτες του και τις φώναζε με τα ονόματά τους.

…..>
από το : Μια επιστολή στον Νίκο Εγγονόπουλο
Τον Σεπτέμβριο του 1976 ο Γονατάς πήρε αναπάντεχη χαρά όταν ο Νίκος Εγγονόπουλος σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Τα Νέα, στην ερώτηση ποια είναι η γνώμη του για τους νέους ποιητές ,απήντησε: « Υπάρχουν πολλοί εξόχως. Ξεχωρίζω τον Επαμεινώνδα Γονατά.
Δεν τον γνωρίζω αλλά πολύ τον θαυμάζω. Αγανακτώ με τους ασήμαντους καταφερτζήδες που κατορθώνουν να κρατούν τους σημαντικούς και σεμνούς στην αφάνεια»…
Ένα μήνα αργότερα ο Γονατάς του έστειλε μια ευχαριστήρια επιστολή, 45 χειρόγραφων σελίδων που μας θυμίζει την επιστολική τέχνη όπως την άσκησαν μεγάλοι συγγραφείς.… Από την διδαχή του Εγγονόπουλου, όπως την διασώζει και την «εξομολογείται» ο Γονατάς , θα μπορούσε κανείς να φτιάξει έναν δεκάλογο- στην πραγματικότητα εικοσάλογο του καλλιτέχνη… Γράφει μεταξύ άλλων ο Γονατάς:
Σας αναφέρω μερικούς από τους άπειρους λόγους της αγάπης και της ευγνωμοσύνης που ξεχειλίζουν την καρδιά μου και τους οποίους , μονολότι σε τρίτους δεν παρέλειψα πάντα σε κάθε ευκαιρία ν’ αναφέρω, σε Εσάς τον ίδιο δεν τόλμησα ποτέ, από δειλία ή από φόβο μην παρερμηνευτώ, να εκμυστηρευτώ:…
-Διότι μου διδάδαξε με το έργο Σας, απ’ όταν ήμουν ακόμη πολύ νέος, συνεχή και αμείωτη χαρά , που κανείς άλλος σύγχρονος Έλληνας , ποιητής, και ζωγράφος δεν είχε πριν από Σας πετύχει να μου δώσει και ούτε μέχρι σήμερα μου έδωσε ποτέ.
… – Διότι μου είπατε πως ο γνήσιος καλλιτέχνης κι ο αληθινός μελετητής και άνθρωπος των γραμμάτων οφείλουν να έχουν ξεκαθαρισμένη γνώμη, αρχές και απόψεις για τα καλλιτεχνικά (αλλά και για όλα τα πράγματα) και άφοβα να τις εκφράζουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και ΄όχι συγκεχυμένες και μπερδεμένες κουρελούδες γνωμών
…-Διότι εγίνατε εσείς ο ίδιος, χωρίς να το θέλετε, με όσα κατά καιρούς από σε πλήρη σύγχυση ευρισκομένους , γράφτηκαν ή ελέχθησαν για το Έργο σας , αιτία να ανακαλύψω ότι , όχι σπανίως , ο ψόγος είναι δυνατόν ν’ αποτελεί τον μεγαλύτερο έπαινο, όπως και αντιθέτως μπορεί να συμβεί.
…Διότι με διδάξατε πώς να προσεγγίσω και ν΄ αγαπήσω τον μεγάλο και αγνό Παπαδιαμάντη , του οποίου το έργο έβγαινε τότε, ξανασυγκεντρωμένο , σ’ εβδομαδιαία τεύχη , και να περιφρονώ την κρίση ευυπολήπτων μελετητών…
… Διότι με τον τρόπο Σας με διδάξατε να κατανοώ την θεωρία του Μπωντλαίρ , ότι η κοροϊδία, η ύβρις, η αχαριστία είναι υπέροχα πράγματα και να θεωρώ τον εαυτό μου αχάριστο αν δεν αχάριστο αν δεν ευχαριστούσα κάποτε και την αχαριστία.
…Διότι μου είπατε πως πιο διασκεδαστική και ωφέλιμη μπορεί να αποβεί πολλές φορές η συντροφιά με ταπεινούς αλλά εγκάρδιους και ζουμερούς ανθρώπους, παρά με διαβασμένους, όταν είναι ανούσιοι
Από το κεφ. Λίχτενμπεργκ, Πιπέρι και σπασμένες γραμμές :
Νομίζω πως γράφοντας αυτή τη φράση ο Γονατάς εκφράζει το ιδεώδες της δικής του τέχνης, που ήθελε η συγκίνηση και το συναίσθημα να γεννιόνται από τον ερεθισμό του πνεύματος. Ένας αφορισμός που επαναλάμβανε συνέχεια ήταν ο ακόλουθος : Πρέπει οπωσδήποτε να γράφω, για να μαθαίνω να εκτιμώ την έκταση του χάους που βασιλεύει μέσα μου.
Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου : Ε. Χ. Γονατάς: Μικρές και παράξενες ιστορίες (εκδ. Πατάκη)







