
Η οργή δεν είναι κάτι που κρατάς σε βάζο στο ντουλάπι της κουζίνας και κάποια στιγμή αποφασίζεις να το ανοίξεις.
Η οργή δεν είναι κρυμμένη στη μέσα τσέπη του μπουφάν.
Η οργή σε τρώει όλη την ώρα, σου μιλάει, σε κρατάει από το χέρι και κάποια στιγμή, τινάζεται και βγαίνει στους δρόμους.
Όταν όλα γύρω τρέχουν για να σου κλέψουν ζωή, όταν τρέχεις και δεν φτάνεις, όταν δεν φτάνει να δουλεύεις από το πρωί ως τη νύχτα, όταν θυσιάζεις και θυσιάζεις και δεν σταματάς να θυσιάζεις μέρες και ώρες και δεν βρίσκεις στέγη και ζεις όλο και πιο στην άκρη.
Και η άκρη μοιάζει πια απελπιστικά σκληρή κι απάνθρωπη.
Όχι σε μια άλλη μακρινή πραγματικότητα, αλλά εδώ.
Και την ίδια στιγμή, με περισσή αλαζονεία κι αναλγησία άλλη τόση,
η εξουσία σου λέει πως “όλα πάνε καλά” κι όχι μόνο καλά, μα περίφημα, φανταστικά, υπέρλαμπρα – τόσο που μας ζηλεύουν κιόλας οι άλλοι, κι εσύ γκρινιάζεις, διαμαρτύρεσαι και πας να κλέψεις την φρατζόλα το ψωμί. “Οι αριθμοί ευημερούν” (πού, ποιοί; ) «κι αφού πας και ψωνίζεις, έχεις λεφτά”… μην μας ταράζεις και ξυπνάς, μην χαλάς την εικόνα.
Την εικόνα που θέλουν να δείχνουν ξανά και ξανά πως γίνεται πλιάτσικο και λεηλασίες καταστημάτων, μια και η εξουσία ξέρει – μπορεί – να στρέφει, να αντιστρέφει, να αποπροσανατολίζει, ν’ αλλάζει τη συζήτηση – και ότι είναι οι μπαχαλάκηδες εκεί έξω και όχι τα παιδιά που δεν έχουν σχολεία. Και βάζουν στις εξεγέρσεις ετικέτα “ταραχές” – Αρκετά πιο βολικό για τους βολεμένους.
Το Παρίσι φλέγεται και η Ευρώπη ξεσηκώνεται…
Γιατί η οργή δεν είναι σουβενίρ που παίρνουν μαζί τους οι τουρίστες όταν φεύγουν. Εκτός κι αν αυτό βοηθάει στην επανάσταση. Τότε Οκ.






