
O ήλιος χτύπαγε τα μάτια αλλά δεν με πείραζε. Σε λίγο, το ήξερα, θα έπεφτε η σκιά στη Λεωφόρο και θα απλωνόταν στο γήπεδο, ήταν Κυριακή απόγευμα και το ματς είχε αρχίσει.
Ο πατέρας είχε δίκιο. Δεν πας στο γήπεδο λίγο πριν σφυρίξει έναρξη ο διαιτητής. Πας νωρίς, να ζήσεις την ατμόσφαιρα, να μπεις στο κλίμα της κερκίδας, να νοιώσεις τον αγώνα όπως του αξίζει.
Έτσι πηγαίναμε στο γήπεδο, κατεβαίναμε απ’ το Παγκράτι και φτάναμε Αμπελόκηπους κι ο πατέρας μού λεγε τις ιστορίες πως με τον μεγάλο αδελφό, τον Νικήτα έπαιρναν τον δρόμο με τα πόδια σιγά-σιγά να φτάσουν στο γήπεδο να δουν το τριφύλλι. Κι άλλες ιστορίες για εποχές που κερδίζαμε και μόνο με τις πράσινες φανέλες, ιστορίες για παίκτες, παλιές δόξες, ατέλειωτες πράσινες στιγμές.
Μερικές φορές έξω από το γήπεδο αγοράζαμε και καλαμπόκι.
Αλλά μη σου πω ψέματα, είχα αγωνία να κερδίσει η ομάδα.
Σα να’ χω μπροστά μου – έχει πέσει πια κι η σκιά – τον Σαραβάκο να κατεβαίνει με σίγουρο γκολ στα πόδια.
Την μυρωδιά της δροσιάς που είχε το γρασίδι στη Λεωφόρο, δεν θα την βρεις πουθενά. Μοιάζει με την γεύση της νίκης, είτε κερδίζεις είτε χάνεις.

Και να΄μαι πάλι. Αυτή τη φορά, όχι στην κερκίδα, μέσα στο γήπεδο.
Ο Παναθηναϊκός ανακοινώνει γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου κι εγώ σπεύδω να πατήσω τo χορτάρι στη Λεωφόρο. Μ’ αφήνει το σχολικό γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας και προλαβαίνω τις προπονήσεις. Αριστερό μπακ, καθότι τρέχω γρήγορα και πάνω κάτω. Μ’ αρέσει το παιχνίδι, αλλά μ΄απογειώνει ότι φοράω τη φανέλα με το τριφύλλι. ‘Εχουμε κι εκτός έδρας αγώνες. Η Λεωφόρος είναι το σπίτι μας.

Μετά ήρθαν τα διαβάσματα κι οι εξετάσεις και η ποδοσφαιρική μου καριέρα σταμάτησε κάπου εκεί.
Φυσικά επέστρεψα στο γήπεδο, στις κερκίδες, αλλά και μέσα στον αγωνιστικό. Είχαν αρχίσει οι συναυλίες – κι αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.








