
Κρατήσου, γερά, σαν τους καουμπόηδες –
έτσι μου φώναξε ο πατέρας. Τι ήθελα εγώ πάνω στ΄ άλογο; Παιδί τώρα- πόσο να ήμουν; δε θυμάμαι, μικρή πάντως. Στην Κεφαλονιά, ένα καλοκαίρι. Καλό τ’ άλογο, από τα ήρεμα, τα ήσυχα, της οικογένειας εκεί, όχι ξένο.
Όμως – ποιος ξέρει γιατί- κάποια στιγμή, εκεί δίπλα στ’ αμπέλια που περνάγαμε, αγρίεψε, τινάχτηκε, σήκωσε τα μπροστινά του πόδια. Τρόμαξα.
– Γερά! Σαν τους καουμπόηδες! φώναζε οπ πατέρας, σαν σε εκείνες τις ιστορίες που μου έλεγε.
Και δεν έπεσα. Κρατήθηκα επάνω στο άλογο που τιναζόταν και χλιμίντριζε και έκανε το πολύ κακό. Το έπιασαν, το ησύχασαν. Κάτι θα είδε, είχαμε πει.
Όμως το θυμάμαι. Εκείνο το άλογο. Και τη φωνή του πατέρα. Κι όταν αγριεύουν τα πράγματα, εμείς κρατιόμαστε γερά. Και δεν πέφτουμε. Κερδίζουμε. Κάπως σαν τους καουμπόηδες. Ή και τους ινδιάνους.
~ Φωτογραφία με το άλογο της Κεφαλονιάς, δεν είχα. Η πιο… κοντινή είναι με το γαϊδουράκι της Κύθνου. Άλλη ιστορία, λιγότερο σασπένς.






