
Ήμουν παράξενο παιδί; Όταν, τέτοιες μέρες, η μάνα και ο πατέρας με ρωτούσαν τι δώρο θα ήθελα για τα Χριστούγεννα κι εγώ απαντούσα ‘τίποτε’. Ποιο παιδί λέει τίποτε; Μα κάτι, τι θα ήθελες; και πάλι τίποτε. Προτού κιόλας το ποδήλατό μου.
Υπάρχει εξήγηση – και δεν ήμουν παράξενο παιδί.
Είχα τον χρόνο τους και την προσοχή τους. ‘Ωρες χαράς και ξενοιασιάς, με δυο κομματάκια χαρτί που κολλούσε ο πατέρας στα δάκτυλά του και έλεγε μ’ αυτά αστείες ιστορίες. Ή μας έφτιαχνε στολές, με σελοτέιπ κι αστεράκια για να παίζουμε Star Trek, η Μαίρη, ο Γεράσιμος κι εγώ και στολίζαμε το δέντρο, χωρίς μη και πρόσεχε κι ας έσπαγε καμιά μπάλα. Κι έφτιαχνε η μάνα τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες και… ζάχαρης άχνης ίχνη παντού.
Κάποια στιγμή, θυμάμαι, μετά από πίεση (χαχα!) απάντησα στην ερώτηση – τι δώρο κλπ – και ζήτησα ένα μικροσκοπικό κουκλάκι από εκείνα που κυκλοφορούσαν πακέτο σε διαφανή πορτοφολάκια- το packaging της κατανάλωσης με τσίμπησε..Το βρήκα την επόμενη μέρα να με περιμένει, πρωί πρωί. Αλλά, πείτε, θα μπορούσε ποτέ ένα κουκλάκι να ‘νικήσει’ το Star Trek ή τις ιστορίες με τα χαρτάκια του πατέρα;







