
Ένα βράδυ του 1994, στην Β. Καρολίνα, έξω από ένα μικρό κλαμπ – Ο Questlove των Roots, πολύ πριν γίνει o γνωστός και διάσημος ντράμερ και αρχηγός του γκρουπ, προτού οι Roots γίνουν η μπάντα του Tonight Show και τους μάθει όλη η Αμερική, πριν γίνει σκηνοθέτης, συγγραφέας και ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της μουσικής…
O Ahmir – 0 Questlove – Thompson λοιπόν είχε μόλις μπει στο αυτοκίνητο που θα τον πήγαινε σε έναν τοπικό σταθμό για να δώσει μια συνέντευξη, είχαν μόλις τελειώσει οι Roots τα δικά τους και στην σκηνή του κλαμπ μέσα, είχαν ανέβει οι Pharcyde, oι headliners της βραδιάς.
Καθώς τα beats από το κλαμπ φτάνουν ως έξω, στο πάρκινγκ, ο Questlove ζητάει από τον οδηγό, να περιμένει και κατεβάζει το παράθυρο για να ακούσει καλύτερα. Κάτι στα ντραμς του ακουγόταν…λάθος.
Ο Questlove, όπως και οποιοδήποτε άλλος στη θέση του περίμενε ν’ ακούσει, τι; Ένα steady beat. Αυτό που ακούει όμως έξω από το κλαμπ είναι διαφορετικό. Τα «χτυπήματα» που θα έπρεπε να κρατάνε το steady beat, γλιστρούσαν στη θέση τους, πιο μετά από τη στιγμή που περίμενε να τ’ ακούσει. Κάθε χτύπημα ακουγόταν σαν ένα βιβλίο να πέφτει στο πλάι του, από εκεί που το έχεις βάλει όρθιο να σταθεί στο ράφι. Το πιο περίεργο ήταν το kick. To τύμπανο ήταν χαοτικό.
Ποτέ μέχρι τότε ο Questlove δεν είχε ακούσει τόσο ‘ασυνεπή’, ακατάστατο ρυθμό σε rap κομμάτι, ένα είδος μουσικής φτιαγμένο σε μηχανήματα με αξιόπιστα ψηφιακά ρολόγια. Ακουγόταν – όπως θα το περιέγραφε αργότερα – “σαν αυτό που θα συνέβαινε αν έδινες δυο σφηνάκια τεκίλα σε ένα μωρό, το έβαζες μπροστά σε ένα drum machine και το άφηνες να προσπαθήσει να προγραμματίσει ένα beat. Δεν θα έβγαινε αυτό που θα περίμενες, αλλά ακριβώς αυτό θα το έκανε συναρπαστικό”.

Πίσω στη Β. Καρολίνα, στο κλαμπ.
Ο Questlove βγαίνει απ’ το αμάξι και επιστρέφει στο κλαμπ για να ακούσει ολόκληρο το κομμάτι. Την επομένη, στο δρόμο βρίσκει την ευκαιρία και ρωτάει τους μουσικούς που ταξιδεύουν μαζί για τον επόμενο σταθμό της περιοδείας. – Τι ήταν αυτό το πρώτο τραγούδι που παίξατε, όπου το kick drum ήταν παντού (all over the place )?
Του απαντούν, ότι ήταν το Bullshit, ένα από τα κομμάτια του καινούργιου τους άλμπουμ. … «που την παραγωγή έχει κάνει εκείνο το παιδί που σου λέγαμε, ο Jay Dee».
Ο Questlove θυμήθηκε την συζήτηση που είχε με τους Pharcyde τις προηγούμενες μέρες και θυμήθηκε που τους έλεγε πόσο είχε ενθουσιαστεί που ο Q- Tip από τους A Tribe Called Quest, ένα από τα πιο δημοφιλή και αξιόλογα γκρουπ του hip hop που τους θαύμαζε πάρα πολύ, αυτοί θα έκαναν την παραγωγή σε πολλά κομμάτια του άλμπουμ των Pharcyde.
– Όχι ο Q-Tip, του απαντάνε, Tip’s boy from Detroit.
Και του δείχνουν ένα νεαρό, μικροκαμωμένο και μάλλον αδιάφορο που καθόταν πιο κει στον καναπέ. Ο Questlove θυμάται ότι απογοητεύτηκε τότε και έχασε το ενδιαφέρον του να γνωρίσει το νεαρό, όποιος κι αν ήταν.
Ο Questlove έγινε στη συνέχεια ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές του. Λάτρευε τον Dilla σαν τον γκουρού που τον απελευθέρωσε από την ιδέα του να κρατάει τον τέλειο χρόνο… και του έδωσε την άδεια να είναι χαλαρός, να είναι άνθρωπος, να κάνει λάθος.
Την πρώτη εμπειρία του Questlove με την μουσική του Dilla (ίσως επειδή έγινε τόσο τεράστιος θαυμαστής του) την διαβάζεις στις πρώτες κιόλας σελίδες του DILLA TIME, του βιβλίου που έγραψε ο Dan Charnas και επιχειρεί μέσα από τις σελίδες του να εξηγήσει το φαινόμενο Dilla και την βαθιά επίδρασή του στη σύγχρονη μουσική.
DILLA TIME- The Life and Afterlife of J Dilla, The Hip Hop Producer who Reinvented Rhythm.
Έζησε λίγο (πέθανε στα 32 του χρόνια, από μια σπάνια ασθένεια του αίματος το 2006), δεν έγινε σταρ, κρατώντας χαμηλό πάντα προφίλ- Και όμως – είναι, όπως συχνά τον αναφέρουν, ο παραγωγός των παραγωγών και η έμπνευση εκείνων που εμπνέουν… Ο φίλος μας ο Questlove τον έχει χαρακτηρίσει : the musician’s, musician’s musician’ – Κάθε χρόνο σε διάφορα μέρη του κόσμου οργανώνονται Dilla Days – με μουσικούς που τον τιμούν για την επίδρασή του στη jazz και το hip hop – O Dilla ήταν ιδιοφυία.
Πώς όμως ; Γιατί αυτός ο… χωρίς επιτυχίες hip hop παραγωγός έχει τόσο σταθερή και επίμονη παρουσία στη μουσική ως σήμερα ;
Επειδή ο Dilla άλλαξε τον ήχο της μουσικής με έναν τρόπο που κανείς από τους πιο διάσημους συνομήλικούς του δεν το είχε ως τότε κάνει – γράφει ο Dan Charnas. Είναι ο μόνος παραγωγός – και συνθέτης επίσης από το hip hop και στην πραγματικότητα από όλη την ηλεκτρονική μουσική που άλλαξε ριζικά τον τρόπο που παίζουν οι λεγόμενοι παραδοσιακοί μουσικοί. Και στον πυρήνα της συμβολής του Dilla βρίσκεται μια ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι μουσικοί αντιλαμβάνονται τον χρόνο.
Αυτό που δημιούργησε ο Dilla ήταν ένα τρίτο μονοπάτι ρυθμού… μια νέα, ευχάριστη, αποπροσανατολιστική ρυθμική στιγμή και μια νέα αίσθηση χρόνου – το Dilla Time.

Το Ντιτρόιτ και η μουσική του ιστορία από την Motown ως τον Jeff Mills, η πόλη του techno, η house από το Σικάγο, η electro από τη Νέα Υόρκη και πιο πολύ ακόμη το Νεοϋορκέζικο rap χτύπησαν καμπανάκια στο νεαρό James. Μεγάλωνε σε μια μουσική οικογένεια και δοκίμαζε μόνος του τις πιο τρελές ιδέες κάνοντας τη δική του μουσική. Διέλυε και ξανάδενε κασέτες, forward και backwards, έλυνε μηχανήματα, έκοβε και ανακάτευε samples, μάθαινε από όπου μπορούσε να μάθει.
Μεθυσμένη, τσαπατσούλικη, τεμπέλικη, κουτσή, σα να σέρνεται, οff… όλα αυτά και άλλα πολλά έχουν ειπωθεί για την μουσική του.
Οι ρυθμοί του Dilla όμως, τα beats του δεν ήταν κατά λάθος – ήταν έτσι, από πρόθεση – και κόντρα σε αυτό που περίμενε κανείς ν’ ακούσει.
Ακόμη περισσότερο την αξία τους ανέβαζε το συναίσθημα. H μουσική του Dilla προκαλεί συναισθήματα.
Είναι σχεδιασμός, όσο και συναίσθημα, δυο γνήσια αλλά διαφορετικά είδη νοημοσύνης.
James Dewitt Yancey, Silk, Jon Doe, Jay Dee, J Dilla είναι τα ονόματα που χρησιμοποιούσε και που τον συναντούσες, μόνο του ή με σχήματα όπως οι Slum Village.
Με το καπελάκι των Detroit Tigers, την αλυσίδα με το μικρό ασημένιο donut στο λαιμό.
Το θρυλικό και επιδραστικό δεύτερο άλμπουμ του, το Donuts κυκλοφόρησε στις 7 Φεβρουαρίου του 2006 (από την Stones Throw Records), την ημέρα που o Dilla γινόταν 32 χρονών – και μόλις τρεις ημέρες πριν φύγει από τη ζωή.
31 κομμάτια, λούπες, 34 samples από ροκ, τζαζ και σόουλ… instrumental hip hop ανεκτίμητης αξίας.
Τhe Roots, D’ Angelo, Busta Rhymes, Common, Erykah Badu…μερικοί από εκείνους με τους οποίους συνεργάστηκε. Τον έκαναν ‘δικό τους άνθρωπο’.
Dr Dre και Pharrell Williams δύο από τους πιο ένθερμους θαυμαστές του.
Kendrick Lamar, Robert Glasper ανάμεσα στους πάρα πολλούς που εμπνεύστηκαν από εκείνον.
Σε πολλά hip hop live που έχω βρεθεί (αλλά και σε jazz και soul) κάποιος από την σκηνή, θ΄αφιερώσει κομμάτι στον Dilla.
– This is for Dilla.
Στην σελίδα 370 ο Dan Charmas σημειώνει
“the artist who worked most comfortably with Dilla werewn’t intimidated by the empty spaces and disconnections. nor the feeling of uneasyness that the ground could shift beneath their feet at any moment. Some musicians could not relate to these ideas, thwy sounded unmusical, they sounded wrong.
…Dilla created this generation’s change. But why? What did these rhytmes say about this time and place? Jason Moran thought about Detroit , its singular place as an incubator of American music. Motown was the musical result of teh Great Migration. Twenty years later techno was Detroit response to deindustrialization. And now, nearly twenty years after that, James Yancey -son of Motown, little brother of techno- arrived in an emptied city whose roads and streets had once been etched to accommodate millions. What was it like to grow up in a place that forces you to take inexplicable turns that lead nowhere? J Dilla took all the pieces of the city’s history , put the into the machine and -as one can do only with the machine- slammed them against one another. Grid against grid.”… The ginius of Dilla was that you never knew when that resolution would come. For Moran and for many od his generation of jazz like Glasper, that sensation felt good”







