
Να ξεκινήσω από το τελικό σκορ και να περάσω στην ανάλυση του αγώνα, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο και αν ήταν όντως ένας αγώνας πρόκρισης, ομίλων ή προημιτελικά που δεν πιστεύω.
Πάμε: Bosch vs Hole 5-0 (ίσως και παραπάνω).
Κανονικά δεν είχα σκοπό να το πιάσω το θέμα, μια και το πολύ το Hole το βαριέται κι ο παπάς, αλλά εκεί στα ρηχά είπα να μπω να πω δυο κουβέντες.
Ο Ντετέκτιβ Hole από το βιβλίο The Devil’s Star του Jo Nesbo που μας σέρβιρε ως πολύ εκλεκτό πιάτο το Netflix είναι ίσως από τις πιο κοινότυπες, βαρετές σειρές. Και άλλες σειρές τεντώνουν τα κλισέ ως εκεί που δεν πάει, εδώ όμως νοιώθω πως σε κάθε σκηνή πρέπει να ζητάνε και συγνώμη. Πόση ανακύκλωση να χωρέσουν και οι πλατφόρμες!
Ταλαιπωρημένος από τη ζωή, αλκοολικός, στα όρια της κατάθλιψης ή μετά από αυτά, ο Ντετέκτιβ Χόλε (Tobias Santelmann)
τα έχει δει όλα και δεν θέλει να δει τίποτε παραπάνω, έτσι κι αλλιώς με την υπηρεσία έχει βραχυκυκλώσει, το ίδιο νοιώθουν και εκείνοι γι’ αυτόν, χαρήκαμε ευχαριστώ – μέχρι που το έγκλημα, τα εγκλήματα τον βάζουν ξανά στο παιχνίδι. Κουρασμένος κι αγέλαστος θα επιστρέψει. Ας είναι καλά οι μουσικές του και τα βινύλια Ramones και Nick Cave και παίζει και Iggy Pop – το δίχως άλλο, που ο πολυγραφότατος Νορβηγός (και η σειρά) πηγαινοφέρνουν στην καθημερινότητά του. Πνίγει τον καημό του του σε ροκ και πανκ ροκ που αρέσουν και στο κοινό (τα γνωστά και τα λοιπά). Καμία αντίρρηση, αν δεν γινόταν τόσο, πώς να το πω;, χοντροκομμένα.
Το κακό κρύβεται πιο κοντά από εκεί που το περιμένεις και αν αντέχεις λίγο ακόμη κλισέ, έρχονται στο πακέτο οι διάλογοι, κοινότυποι, άνευροι κι αυτοί, δήθεν βαθυστόχαστοι μα τόσο πολυφορεμμένοι.
Ως φαν του nordic noir (ωστόσο όχι ιδιαίτερα ομολογώ του Nesbo) έπιασα να δω τον Hole χαλαρά και με καλή διάθεση.
Το είδος έχει δώσει άλλωστε λαμπρές σκοτεινές σειρές, πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, το Deadwind και την φοβερή Karppi να διαπρέπει. Πολύ νωρίς όμως o Hole έσβησε, αλλά φοβάμαι με το προμόσιον που παίζει γύρω θα επιστρέψει.

Απέναντι τώρα και με αέρα – ο Bosch ! Η σειρά που βασίζεσαι στα βιβλία του Michael Connelly και μας δείχνει τις περιπέτειες του ντετέκτιβ Harry Bosch (ο εκλεκτός Titus Welliver) στο δύσκολο, περίπλοκο, δαιδαλώδες, γοητευτικό ωστόσο και αδιανόητο Λος Άντζελες.
Με τον κεντρικό ήρωά του Bosch να έχει δει κι αυτός ήδη πολλά στη ζωή του όταν τον συναντάμε –
πονάει ακόμη από παλιές υποθέσεις που δεν έχουν εξιχνιαστεί, πολεμάει το άδικο, δίνει τις ηθικές του μάχες, απογοητεύεται, τα βάζει με το σύστημα, χάνει και κερδίζει όμως) παρακολουθούμε τον παλμογράφο της κοινωνίας, τα θολά νερά του αστυνομικού τμήματος, το τι τρέχει κάτω από το ραντάρ, τις συγκρούσεις, τις αληθινές σχέσεις, τις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης … όλα αυτά δοσμένα δυναμικά από τη γραφή του Connelly αλλά και με κοφτερή τηλεοπτική γλώσσα της σειράς. Απόλυτα, αφιλτράριστα ρεαλιστικά και με μια δόση ρομαντισμού να συντροφεύει τον Harry Bosch για την πόλη και την ίδια τη ζωή του αγναντεύοντας από ψηλά τον ήλιο καθώς δύει στο βάθος της ατέλειωτης πόλης.
Θα μπορούσα να πω πολλά για τους διαλόγους, τις σιωπές και τα βλέμματα και για τον τρόπο που αναπαράγονται με νόημα τα κλισέ του νουάρ, για τις αποχρώσεις στους χαρακτήρες που εξελίσσονται μέσα από τις σεζόν του Bosch – αλλά θέλω να μείνω λίγο παραπάνω στις μουσικές του.
Ο Harry Bosch ακούει τζαζ, ακούει Miles και Coltrane και Mingus, έχει τη συλλογή με τα βινύλια στο σπίτι, ακούει τζαζ, καθώς οδηγεί στους δρόμους του LA.
Ο νεαρός βοηθός του, που παίζει και την τεχνολογία στα δάκτυλα, ακούει κι αυτός τζαζ, είναι φαν του Kamasi Washington, και εξηγεί στον Bosch όταν τον ρωτάει, ότι αυτός, ο Kamasi, είναι το νέο μεγάλο αστέρι της τζαζ. Και έτσι ακόμη μία στροφή στη σειρά, που δεν εκβιάζει το γούστο του κοινού και δεν κάνει εκπτώσεις. Κρατάει τα δυνατά της χαρτιά ως το τέλος.
Άλλωστε, όπως έγραφα σε ένα άλλο post, αν έβγαζες τον Harry Bosch από το Λος Άντζελες, θα ήταν σαν να έβγαζες τον Ταρζάν από τη ζούγκλα και τον Δον Κιχώτη από τους ανεμόμυλους – θα ήταν κάτι άλλο.
Και κάπως έτσι διαμορφώθηκε το σκορ (από την πλευρά μου).







