
O William Finnegan είναι surfer. Είναι μια ζωή surfer. Kαι τη ζωή του, του surfer, ξεδιπλώνει υπέροχα κυματιστά στις σελίδες του Barbarian Days, A Surfing Life – βραβευμένη βιογραφία – η πιο αλμυρή που διάβασα ποτέ.
… Για τους περισσότερους surfer – και σίγουρα για μένα – τα κύματα έχουν μια απόκοσμη διττή φύση. Όταν είσαι αφοσιωμένος σε αυτά σερφάροντας μοιάζουν ζωντανά… Το καθένα έχει τη δική του προσωπικότητα, διακριτές και περίπλοκες διαθέσεις που αλλάζουν ραγδαία, και στις οποίες οφείλεις να αντιδράς με τον πιο ενστικτώδη, σχεδόν οικείο τρόπο – άλλωστε, πολλοί έχουν παρομοιάσει το να γλιστράς πάνω στα κύματα με την ερωτική πράξη. Κι όμως φυσικά, τα κύματα δεν είναι ζωντανά ούτε έχουν συνείδηση, και ο «εραστής» που πας να αγκαλιάσεις μπορεί να γίνει φονικός χωρίς προειδοποίηση. Δεν είναι τίποτα προσωπικό. Το φονικό κύμα που σπάει στα ρηχά και μπορεί να σε διαλύσει δεν έχει τίποτε εναντίον σου, δεν τρέφει κακία. Η αγάπη για το κύμα όμως είναι μονόδρομος.
Οι δρόμοι για surf οδήγησαν τον William Finnegan, σχεδόν στον γύρο του κόσμου.

Από τα παιδικά του χρόνια στη Δυτική Ακτή της Αμερικής, στα χρόνια της αθωότητας στη Χαβάη, όπου ο πατέρας του εργαζόταν στην παραγωγή τηλεοπτικών σειρών όπως το Χαβάη 5 – 0 στα χρόνια της ενηλικίωσης, του ροκενρόλ και της επανάστασης, στην μεγάλη περιπέτεια στις ακτές του κόσμου, ταξίδια στην Αυστραλία και τα Φίτζι, την Πολυνησία και τη Νότια Αφρική, στην Ευρώπη, στο αγαπημένο του Πορτογαλέζικο χωριουδάκι Jardim Do Mar στη Μαδέρα. Ως ότου επιστρέψει στα μέρη του, όχι μακριά από το σπίτι του στο Μανχάταν και στα περίφημα κύματα της Ανατολικής αμερικάνικης Ακτής – όπου ακόμη και σήμερα στα 60 τόσα του χρόνια, σερφάρει τακτικά.
Μια ζωή μέσα από τη βουή του νερού και του κόσμου και την ελευθερία του Ωκεανού, είναι στο δρόμο με φίλους και συνοδοιπόρους, φορτωμένος βιβλία, δουλεύοντας εδώ και εκεί για να βγαίνουν τα απαραίτητα, γράφοντας κάπου κάπου σε περιοδικά του surf ή κάνοντας έργο όταν, μένοντας για καιρό στη Ν. Αφρική διδάσκει σε σχολείο, μιλώντας στα παιδιά κατά των διακρίσεων, κατά του ρατσισμού με εφόδια για ένα φωτεινό μέλλον.
Οι περιγραφές του φέρνουν σταγόνες ωκεανού, βουητό θάλασσας, τον αφρό που φτάνει ως την άκρη της ακτής.
Σχεδιάζαμε να πάμε στη συνέχεια στην Ταϊτή ή, ενδεχομένως, στην Αμερικανική Σαμόα. Και στα δύο μέρη υπήρχαν surfer και γνωστά σημεία για surf. Αντ’ αυτού, πήγαμε στην Τόνγκα, για την οποία δεν γνωρίζαμε απολύτως τίποτα. Ήταν μια απόφαση της στιγμής, που πάρθηκε κατά τη διάρκεια μιας τυχαίας συνάντησης σε παραλιακό μπαρ με τον Αυστραλό υπεύθυνο φορτίου ενός πλοίου που κατευθυνόταν στη Νουκουαλόφα, την πρωτεύουσα της Τόνγκα. Επιβιβαστήκαμε στο πλοίο τα μεσάνυχτα, χωρίς να είμαστε νηφάλιοι. Το πλοίο απέπλευσε από την Άπια τα χαράματα.

Τα πράγματα δεν ήταν πάντα εύκολα, τα νερά όχι πάντα φιλικά, τα κύματα, συχνά απρόβλεπτα.
Το σούρουπο πύκνωνε. Ο αφρός που σηκωνόταν από τις κορυφές των κυμάτων κρατούσε ακόμα μια πορφυρή απόχρωση από το ηλιοβασίλεμα, αλλά τα ίδια τα κύματα έμοιαζαν πλέον με τεράστιους, σκοτεινούς μπλε-μαύρους τοίχους χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
Γινόταν όλο και πιο δύσκολο να εκτιμήσω το μέγεθός τους. Δεν υπήρχαν πια άλλοι surfer γύρω μου. Τρέμοντας από το κρύο, ετοιμαζόμουν να τραβήξω προς την ακτή – όσο ταπεινωτικό κι αν φάνταζε αυτό.
Όταν η ένταση των κυμάτων υποχώρησε για λίγο, αυτό ακριβώς έκανα: κωπηλατούσα με τα χέρια μου δυνατά, παλεύοντας να κρατήσω τη σανίδα μου στραμμένη προς την ακτή μέσα από πλευρικά ρεύματα, έχοντας ως οπτικό σημάδι μου μια φωτιά στην παραλία και ρίχνοντας ματιές πίσω από τον ώμο μου κάθε πέντε ή έξι χεριές.
Είχα φτάσει περίπου στα μισά της διαδρομής προς την ακτή και πλησίαζα το ρηχό σημείο (το λεγόμενο «inside bar»), όταν εμφανίστηκε μια νέα σειρά κυμάτων στα ανοιχτά. Βρισκόμουν σε ασφαλές, βαθύ σημείο και δεν είχε νόημα να επιχειρήσω να περάσω το ρηχό σημείο την ώρα που έσκαγαν τα κύματα, οπότε γύρισα, κάθισα πάνω στη σανίδα και περίμενα…
Κόντρα στον ουρανό που ήταν ακόμα φωτεινός,
στην κορυφή ενός τεράστιου κύματος κάπου μακριά προς τον νότο, μια μικρή σιλουέτα σηκώθηκε όρθια και μετά βυθίστηκε στο σκοτάδι. Προσπάθησα να διακρίνω τι συνέβη στη συνέχεια, αλλά το κύμα χάθηκε πίσω από άλλα που βρίσκονταν πιο κοντά… Εκείνο το κύμα έδειχνε ικανό να σπάσει ακόμα και το λουρί της σανίδας…
Τελικά, φάνηκε μια αμυδρή φιγούρα… Όποιος κι αν ήταν, όχι μόνο είχε καταφέρει να κατέβει στο κύμα, αλλά παρέμενε όρθιος και κινούνταν με ταχύτητα. Καθώς το κύμα έφτανε σε βαθύτερα νερά, έγειρε το σώμα του εκτελώντας μια τεράστια, κομψή στροφή επιστροφής – ένα cutback.
Αυτή η κίνηση μου αποκάλυψε την ταυτότητά του. Ο Peewee ήταν ο μόνος ντόπιος surfer που μπορούσε να στρίψει με αυτόν τον τρόπο. Έκανε άλλη μία στροφή, κατευθυνόμενος σε απόσταση λίγων μέτρων από εμένα, και βγήκε από το κύμα. Παρατήρησα ότι το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο.
Μου έγνεψε καταφατικά αλλά δεν είπε λέξη · εγώ ένιωθα να έχω χάσει τη λαλιά μου. Ανακουφίστηκα, ωστόσο, στη σκέψη ότι θα είχα παρέα για το πέρασμα από το ρηχό σημείο, όπου τα κύματα έσκαγαν πλέον με ορμή και συνεχή ροή. Όμως ο Peewee είχε άλλα σχέδια. Γύρισε και, χωρίς να πει κουβέντα, άρχισε να κωπηλατεί ξανά προς τα ανοιχτά.

Από την άλλη, ποιος τον αδικεί γι’ αυτό;
Η επίμονη νοσταλγία που είχε κυριεύσει τους περισσότερους σέρφερ – ακόμα και τους νεότερους – , η αντίληψη ότι «χθες ήταν πάντα καλύτερα»
(και ακόμα καλύτερα την προηγούμενη μέρα), συνδεόταν με αυτή τη δυστοπική εικόνα της Νότιας Καλιφόρνιας – της απέραντης προαστιακής μητρόπολης – , η οποία άλλωστε αποτελούσε την πρωτεύουσα του σύγχρονου σέρφινγκ και την έδρα της τότε αναδυόμενης βιομηχανίας του αθλήματος. Εμείς, ωστόσο, κουβαλούσαμε αυτή τη νοσταλγία μαζί μας, όπου κι αν πηγαίναμε.
Εκτός των άλλων, ο Finnegan είναι ‘δικός’ μας κι έτσι: Πιντσονικά
Ό,τι κι αν αναζητούσαμε – ομορφιά, σοφία, ήρεμα κύματα για σερφ – δεν βρισκόταν εκεί. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε. (Όταν αργότερα έμαθα ότι ο Τόμας Πίντσον, ένας από τους λογοτεχνικούς ήρωες των φοιτητικών μου χρόνων, είχε ζήσει – όπως φαίνεται – στο Μανχάταν Μπιτς, στη διαβόητη Σάουθ Μπέι, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, και είχε αντλήσει έμπνευση από τη βρώμικη, ξεθωριασμένη από τον ήλιο ζωντάνια της περιοχής, ξαφνικά την είδα με άλλο μάτι. Ένιωσα να προσκρούω απότομα πάνω στη δική μου κοντόφθαλμη αντίληψη και την έλλειψη πρωτοτυπίας μου. Από την άλλη βέβαια, απεχθανόμουν το μυθιστόρημα που προέκυψε τελικά από την έρευνά του στη Σάουθ Μπέι.)
Αν ο Finnegan εννοεί το αριστούργημα Gravity’s Rainbow (1973) – μάλλον έγραφε την παράγραφο ζαλισμένος κάπως από το κύμα – σωστά;
>
Ο William Finnegan γράφει στο New Yorker από τη δεκαετία του ’80 ως σήμερα. Έχει πολλές φορές βραβευτεί για την δημοσιογραφική δουλειά του. Κάνοντας ρεπορτάζ από την Αφρική, την Κεντρική Αμερική, την Ευρώπη, το Μεξικό, Αυστραλία – και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για το Barbarian Days- A Surfing Life βραβεύτηκε με το Pulitzer για βιογραφία το 2016.






